A- A A+

ΠΑΝΕΠΙΣΤΗΜΙΟ ΚΥΠΡΟΥ ΜΟΝΑΔΑ ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΩΝ ΕΡΕΥΝΩΝ

ΚΕΝΤΡΙΚΟΣ ΦΟΡΕΑΣ ΙΣΟΤΙΜΗΣ ΚΑΤΑΝΟΜΗΣ ΒΑΡΩΝ

ΠΕΡΙΛΗΨΗ

ΤΟ ΚΟΣΤΟΣ ΤΗΣ ΤΟΥΡΚΙΚΗΣ ΕΙΣΒΟΛΗΣ ΚΑΙ ΠΡΟΤΑΣΕΙΣ ΙΣΟΤΙΜΗΣ ΚΑΤΑΝΟΜΗΣ ΤΟΥ

Πάνος Πασιαρδής
Συνεργάτες:
Παναγιώτα Λυσιώτου και Άρης Σπανός

Βοηθοί έρευνας:
Σωτηρούλα Χ'Σπύρου, Μαρίνος Θεοδοσίου και Κούλα Παναγή

Επιμέλεια παρουσίασης: Άντζελα Σιεκέρσαββα

Μάρτιος 2000

ΠΡΟΛΟΓΟΣ

Ο Κεντρικός Φορέας ιδρύθηκε µε τον περί Κεντρικού Φορέα Ισότιµης Κατανοµής Βαρών Νόµο του 1989 (Ν.141/89). Ο σχετικός νόµος ορίζει ότι µεταξύ άλλων στόχος του Κεντρικού Φορέα είναι η ανάληψη ενεργειών για την επίτευξη Ισότιµης Κατανοµής των Βαρών που προέκυψαν από την Τουρκική εισβολή και κατοχή και την κατά το δυνατόν αποκατάσταση της προπολεµικής φερεγγυότητας σύµφωνα µε την περιουσία εκάστου και λαµβάνοντας υπόψη τις δηµοσιονοµικές δυνατότητες του Κράτους.

Με βάση την πρόνοια του νόµου ότι µεταξύ των αρµοδιοτήτων του Κεντρικού Φορέα είναι η εισήγηση νοµοθετικών ή άλλων µέτρων για την επίτευξη των σκοπών του, το ∆ιοικητικό Συµβούλιο µε την έγκριση του Υπουργού Οικονοµικών, αποφάσισε τον Οκτώβριο του 1996, να αναθέσει στο Τµήµα Οικονοµικών του Πανεπιστηµίου Κύπρου, µε χρηµατοδότηση από τον Κεντρικό Φορέα, τη µελέτη για την εκτίµηση του κόστους της Τουρκικής εισβολής και κατοχής και την επεξεργασία υπαλλακτικών επιλογών για την επίτευξη ισότιµης κατανοµής των βαρών που προέκυψαν, λαµβανοµένων υπόψη των δυνατοτήτων της Κυπριακής Οικονοµίας.

Η συµφωνία Κεντρικού Φορέα και Πανεπιστηµίου Κύπρου υπογράφτηκε την 15η Ιανουαρίου 1997 και η µελέτη ολοκληρώθηκε το Μάη του 2000. Για την εκπόνηση της εργάστηκε µια οµάδα ερευνητών υπό την επίβλεψη του Καθηγητή κου Πάνου Πασιαρδή. Σηµαντική ήταν η συµβολή πολλών Κυβερνητικών Τµηµάτων τα οποία, κατόπιν σχετικής απόφασης του Υπουργικού Συµβουλίου, προµήθευσαν τους ερευνητές µε όλες τις πληροφορίες και στατιστικά στοιχεία που είχαν στη διάθεσή τους. Η συνεργασία του Κεντρικού Φορέα µε το Πανεπιστήµιο και τα εµπλεκόµενα Κυβερνητικά τµήµατα ήταν άψογη.

Ειδική Επιτροπή του ∆ιοικητικού Συµβουλίου του Κεντρικού Φορέα από τους Πρόεδρο και ∆ιευθυντή του Κεντρικού Φορέα και τους κ.κ. Ανδρέα Χειµαρίδη, ∆ρα Ανδρέα Χαραλάµπους, Παναγιώτη Αριστοτέλους, Κώστα Χατζηκωνσταντίνου, ∆ρα Άκη Πούρο, Χριστάκη Πασχάλη, Νεόφυτο Τσαγγαρίδη και κα Ιφιγένεια Πετροκώστα συνεργάστηκε στενά µε τον Καθηγητή κ. Πάνο Πασιαρδή και τους Συνεργάτες του στην ετοιµασία της Μελέτης.

Η µελέτη έχει εκπληρώσει τους όρους εντολής που αναφέρονται στο σχετικό Συµβόλαιο µε τρόπο αυστηρά επιστηµονικό και αντιµετωπίζει τα προβλήµατα των εκτοπισθέντων και παθόντων από την Τουρκική εισβολή.

Ασφαλώς, τα οικονοµικά βάρη που έχει συσσωρεύσει η εισβολή και κατοχή είναι ένα τεράστιο πρόβληµα και δεν είναι δυνατόν να αναλυθούν διεξοδικά σε µια µελέτη µε συγκεκριµένους όρους εντολής και περιορισµένο χρονικό ορίζοντα. Όµως, ως η πρώτη στο είδος της, η παρούσα µελέτη θέτει τις βάσεις και δηµιουργεί τον προβληµατισµό που χρειάζονται για την περαιτέρω ανάλυση των επιµέρους θεµάτων που απορρέουν ή συνδέονται µε τα γενικότερα θέµατα που εξετάζει.

Ευελπιστούµε ότι η µελέτη αυτή θα αποτελέσει όχι µόνο έναυσµα για τροχιοδρόµηση µέτρων πολιτικής για τη δικαιότερη κατανοµή των οικονοµικών βαρών της εισβολής και κατοχής αλλά θα χρησιµεύσει και ως ένα επιστηµονικό ντοκουµέντο που ενισχύει τη διαπραγµατευτική θέση της Κυβέρνησης για µια δίκαιη λύση του Κυπριακού προβλήµατος.

Η Μελέτη αυτή αποτελεί αποκλειστική ιδιοκτησία του Κεντρικού Φορέα Ισότιµης Κατανοµής Βαρών.

Θεωρώ καθήκον µου κλείνοντας να διαβιβάσω στο Πανεπιστήµιο Κύπρου, Τµήµα Οικονοµικών, στον κ. Πάνο Πασιαρδή και τους Συνεργάτες του, τις ευγνώµονες ευχαριστίες του ∆ιοικητικού Συµβουλίου του Κεντρικού Φορέα Ισότιµης Κατανοµής Βαρών.

Θερµές ευχαριστίες επίσης στον Έντιµο Υπουργό Οικονοµικών και το Υπουργείο του για τη βοήθεια και συµπαράστασή τους.

Πρόδροµος Χ. Παπαβασιλείου
Πρόεδρος
Κεντρικού Φορέα Ισότιµης
Κατανοµής Βαρών

Λευκωσία 14 ∆εκεµβρίου 2000

ΤΟ ΚΟΣΤΟΣ ΤΗΣ ΤΟΥΡΚΙΚΗΣ ΕΙΣΒΟΛΗΣ ΚΑΙ ΠΡΟΤΑΣΕΙΣ ΙΣΟΤΙΜΗΣ ΚΑΤΑΝΟΜΗΣ ΤΟΥ

Εισαγωγή

Η Κυπριακή οικονοµία πριν την Τουρκική εισβολή αναπτυσσόταν µε εξαιρετικά υψηλούς ρυθµούς µε κινητήριους µοχλούς την εξωτερική και την επενδυτική ζήτηση. Αρχικά η ανάπτυξη της οικονοµίας στηριζόταν στη γεωργία και βιοµηχανία, ενώ από τα µέσα της δεκαετίας του ‘60 άρχισαν σταδιακά να αξιοποιούνται τα συγκριτικά πλεονεκτήµατα που έχει η Κύπρος ως τουριστικός προορισµός. Στον υψηλό ρυθµό ανάπτυξης της οικονοµίας συνέβαλε σηµαντικά και ο κρατικός τοµέας, λόγω της έµφασης που δόθηκε στον περιορισµό των καταναλωτικών και την αύξηση των επενδυτικών δαπανών.

Οι συνέπειες της εισβολής στην Κυπριακή οικονοµία ήταν καταστροφικές. Η άµεση απώλεια πλούτου και παραγωγικής δυναµικότητας που προκλήθηκε από την επέλαση των Τουρκικών στρατευµάτων και την κατάληψη πέραν του ενός τρίτου του νησιού ήταν τεράστια. Ταυτόχρονα, δηµιουργήθηκε ένα κλίµα αστάθειας και αβεβαιότητας, που επέδρασε ανασταλτικά στην οικονοµική δραστηριότητα. Επιπλέον,

(α) οι επιδράσεις της εισβολής δεν εξαντλούνται το 1974, διότι η αρχική µείωση του κατά κεφαλήν εισοδήµατος που προκλήθηκε είχε αρνητικό αντίκτυπο και στη µετέπειτα πορεία της Κυπριακής οικονοµίας, και

(β) η συνεχιζόµενη Τουρκική κατοχή και στέρηση του δικαιώµατος πρόσβασης προκαλεί σηµαντικές οικονοµικές απώλειες στους νόµιµους ιδιοκτήτες των κατεχόµενων περιουσιών.

Στην παρούσα µελέτη, αρχικά εκτιµάται το κόστος της Τουρκικής εισβολής µε την εφαρµογή οικονοµετρικών τεχνικών για την πρόβλεψη του µεγέθους των διαφόρων δεικτών της οικονοµίας που θα ίσχυαν αν δεν συνέβαινε η εισβολή. Ακολούθως, επαναλαµβάνεται η εκτίµηση χρησιµοποιώντας την απλή µέθοδο της καταγραφής των οριστικών απωλειών που προκάλεσε η εισβολή καθώς και των συσσωρευµένων απωλειών πρόσβασης που προκαλεί η συνεχιζόµενη Τουρκική κατοχή. Η δεύτερη µέθοδος έχει το πλεονέκτηµα ότι περιλαµβάνει και το κόστος της εισβολής και κατοχής, που αναπληρώθηκε µε τις πρόσθετες προσπάθειες και τις ταλαιπωρίες που έχει υποστεί ο Κυπριακός λαός.

Την περίοδο αµέσως µετά την εισβολή (1976-80) η οικονοµία αναπτύχθηκε µε πολύ γοργούς ρυθµούς. Ήδη το 1978 η παραγωγή επανήλθε στα προ της εισβολής επίπεδα. Αυτή η εντυπωσιακή ανάπτυξη της Κυπριακής οικονοµίας συνεχίστηκε και στην περίοδο που ακολούθησε, µε αποτέλεσµα το βιοτικό επίπεδο των κατοίκων των ελεύθερων περιοχών να αυξηθεί σε βαθµό που η Κύπρος σήµερα να κατατάσσεται από τη ∆ιεθνή Τράπεζα στην κατηγορία των χωρών µε ψηλό κατά κεφαλήν εισόδηµα. Παράλληλα, η Κυπριακή πολιτεία διέθεσε σηµαντικό µέρος των εσόδων της για την ανακούφιση των βασικών αναγκών των εκτοπισµένων και παθόντων από την Τουρκική εισβολή.

Προκειµένου να αναλυθεί ο στόχος επίτευξης ισότιµης κατανοµής των οικονοµικών βαρών που προκάλεσε η Τουρκική εισβολή πρέπει:

(α) να εκτιµηθεί κατά πόσο η οικονοµική βοήθεια που παρέχει το κράτος προς τους εκτοπισµένους και παθόντες είναι αρκετή, ώστε η κατανοµή των οικονοµικών βαρών να είναι ισότιµη, και

(β) στο βαθµό που η κρατική οικονοµική βοήθεια δεν ικανοποιεί πλήρως το στόχο επίτευξης ισότιµης κατανοµής βαρών, να προταθούν εφικτά µέτρα πολιτικής που να οδηγούν στην επίτευξη αυτού του στόχου.

Πιο κάτω παρουσιάζονται περιληπτικά οι εκτιµήσεις που έγιναν στα πλαίσια της παρούσας µελέτης για το κόστος της Τουρκικής εισβολής και συνεχιζόµενης κατοχής και περιγράφονται, πάλι περιληπτικά, εναλλακτικά µέτρα πολιτικής που στοχεύουν στην προώθηση ισότιµης κατανοµής των οικονοµικών βαρών που προέκυψαν.

ΜΑΚΡΟΟΙΚΟΝΟΜΙΚΕΣ ΕΠΙΠΤΩΣΕΙΣ

Στον Πίνακα Π1 παρουσιάζονται οι εκτιµήσεις για τις επιπτώσεις της Τουρκικής εισβολής στο κατά κεφαλήν ΑΕΠ την περίοδο της εισβολής 1974-75, την περίοδο µετά την εισβολή 1976-99 και ολόκληρη την περίοδο 1974-99.

Χρονική περίοδος Απώλεια
Περίοδος εισβολής: 1974-75 2023
Περίοδος μετά την εισβολή: 1976-97 2177
Ολόκληρη περίοδος 1974-99 4200

Η απώλεια κατά κεφαλήν εισοδήµατος λόγω της εισβολής την περίοδο 1974-75 ήταν ΛΚ2023 σε τιµές 1995. Ο αρνητικός αντίκτυπος της εισβολής στη µετέπειτα πορεία της Κυπριακής οικονοµίας (λόγω της διαχρονικής εξάρτησης των οικονοµικών µεγεθών), συνέβαλε σε περαιτέρω µείωση του κατά κεφαλήν ΑΕΠ κατά ΛΚ2177 σε τιµές 1995. Συνολικά, η απώλεια στο κατά κεφαλήν ΑΕΠ λόγω της Τουρκικής εισβολής εκτιµάται ότι ανέρχεται σε ΛΚ4200 τιµές 1995.3 Αυτό σηµαίνει ότι, µε βάση ένα αντιπροσωπευτικό πληθυσµό 700 χιλιάδων κατοίκων, οι συνολικές απώλειες εισοδήµατος για την Κυπριακή οικονοµία λόγω της εισβολής πλησιάζουν τα ΛΚ3 δισεκατοµµύρια σε τιµές 1995. Σε αυτήν την εκτίµηση δεν λαµβάνονται υπόψη οι ζηµιές που αναπληρώθηκαν, ένα θέµα στο οποίο αναφερθήκαµε προηγουµένως και θα επανέλθουµε πιο κάτω.

Μεγάλο µέρος των αρνητικών επιδράσεων της εισβολής απορρόφησε το κράτος µε αύξηση πέραν του 80% των δηµόσιων δαπανών την περίοδο 1974-76. Η εµπλοκή του κράτους ήταν απαραίτητη λόγω της προσφυγοποίησης µεγάλου µέρους του πληθυσµού, της µαζικής ανεργίας και της απώλειας µεγάλου µέρους της κοινωνικο-οικονοµικής υποδοµής. Η επεκτατική δηµοσιονοµική πολιτική επέδρασε θετικά στην ιδιωτική κατανάλωση και στις επενδύσεις και έδωσε ώθηση στην ανάληψη ιδιωτικών πρωτοβουλιών για επαναδραστηριοποίηση της οικονοµίας. Αν και ενδεδειγµένη υπό τις περιστάσεις αυτή η πολιτική οδήγησε σε αύξηση του δηµόσιου χρέους και του ελλείµµατος στο ισοζύγιο πληρωµών, αφού η αυξηµένη ζήτηση έπρεπε να στραφεί προς το εξωτερικό για να ικανοποιηθεί.

Η Τουρκική εισβολή επηρέασε όλους τους τοµείς της Κυπριακής οικονοµίας ιδιαίτερα τη γεωργία λόγω της κατάληψης εύφορων περιοχών. Την περίοδο 1974-75 ο τοµέας της γεωργίας µειώθηκε κατά µέσο όρο 20% περίπου και έκτοτε ουδέποτε ανέκαµψε. Ο τοµέας της µεταποίησης όχι µόνο επηρεάστηκε λιγότερο από τον τοµέα της γεωργίας το 1974-75, αλλά ανέκαµψε και ακολούθησε αναπτυξιακή πορεία µετά το 1975. Η προώθηση της µεταποίησης ήταν µια συνειδητή κυβερνητική πολιτική, δεδοµένου ότι η Τουρκική κατοχή ήταν λιγότερο περιοριστική για την ανάπτυξη της µεταποίησης από ότι ήταν για την ανάπτυξη της γεωργίας. Οι επιπτώσεις της Τουρκικής εισβολής στον τοµέα των κατασκευών ήταν επίσης ιδιαίτερα έντονες τη διετία 1974-75. Μετά το 1975 ο ρυθµός αύξησης του τοµέα ήταν πολύ υψηλός, αλλά το χαµηλό επίπεδο από το οποίο άρχισε η ανάκαµψή του είχε ως αποτέλεσµα να περάσει αρκετός χρόνος (µέχρι τις αρχές της δεκαετίας του 1980) για να επανέλθει στο φυσιολογικό του επίπεδο.

Ο τοµέας του τουρισµού παρουσιάζει ξεχωριστό ενδιαφέρον διότι, ενώ το 1974-75 µειώθηκε στα 2/5 του µεγέθους που υπολογίζεται ότι θα είχε χωρίς την εισβολή, µετά το 1975 παρουσίασε µια δραµατική αύξηση, που συνεχίστηκε µέχρι τις αρχές της δεκαετίας του 1990. Η προστιθέµενη αξία του σε σταθερές τιµές δεκαπλασιάστηκε και το µερίδιό του στο ΑΕΠ ξεπέρασε το 20%. Εκτιµάται ότι η Τουρκική εισβολή επιτάχυνε το ρυθµό ανάπτυξης του τουρισµού στις ελεύθερες περιοχές, πέραν του σηµείου που θα συνέβαινε χωρίς την εισβολή. Οι εξελίξεις αυτές δυνατό να αποδοθούν στα κυβερνητικά κίνητρα για επίσπευση της ανάπτυξης του τουρισµού (χαµηλότοκα δάνεια, φορολογικές ελαφρύνσεις κλπ) µε σκοπό αυτός να αποτελέσει µοχλό οικονοµικής επαναδραστηριοποίησης και αντιµετώπισης του οικονοµικού αδιεξόδου που δηµιούργησε η εισβολή.

ΟΡΙΣΤΙΚΕΣ ΑΠΩΛΕΙΕΣ ΚΑΙ ΑΠΩΛΕΙΕΣ ΠΡΟΣΒΑΣΗΣ

Οι οριστικές ιδιωτικές απώλειες που προκάλεσε η Τουρκική εισβολή (ιδιωτικά αγαθά που καταστράφηκαν ή κλάπηκαν) υπολογίζεται ότι ανέρχονται σε ΛΚ3167 εκατοµµύρια σε τιµές 1995.

Όπως φαίνεται στον Πίνακα Π2, το ήµισυ περίπου των απωλειών αυτών είναι σε µορφή ιδιωτικών οικιστικών µονάδων, περιλαµβανοµένου του εξοπλισµού τους. Το υπόλοιπο ήµισυ είναι απώλειες που είχαν υποστεί ιδιωτικές επιχειρήσεις και περιλαµβάνουν κτιριακές εγκαταστάσεις, µεταφορικά µέσα και άλλος εξοπλισµός, εµπορεύµατα και πρώτες ύλες κλπ.

Πίνακας Π2: Οριστικές ιδιωτικές απώλειες (ΛΚ εκατομμύρια σε τιμές 1995)

Περιγραφή Αξία
Οικιστικές μονάδες και εξοπλισμός 1541
Άλλες κτιριακές εγκαταστάσεις και εξοπλισμός 916
Εμπορεύματα και πρώτες ύλες 539
Μεταφορικά μέσα και άλλες οριστικές απώλειες 171
Σύνολο 3167

Οι απώλειες από τη στέρηση του δικαιώµατος πρόσβασης στις περιουσίες που βρίσκονται υπό κατοχή είναι κόστος που άρχισε µε την Τουρκική εισβολή και θα συνεχίζεται όσο καιρό διαρκεί η Τουρκική κατοχή. Για τον υπολογισµό των απωλειών πρόσβασης έχει εκτιµηθεί η αξία της κατεχόµενης ιδιωτικής γης µε βάση τις αξίες των διαφόρων κατηγοριών γης στις ελεύθερες περιοχές. Θεωρώντας ότι οι ετήσιες απώλειες πρόσβασης αντιστοιχούν µε 1,5% περίπου της αξίας της κατεχόµενης γης (δηλαδή τη διαφορά µεταξύ του επιτοκίου δανεισµού και του επιτοκίου καταθέσεων (4) ) υπολογίζεται ότι οι Ελληνοκύπριοι ιδιοκτήτες κατεχόµενης γης έχουν υποστεί τις απώλειες πρόσβασης που περιγράφονται στον Πίνακα Π3.(5) Οι ετήσιες απώλειες πρόσβασης το 2000 εκτιµάται ότι ανέρχονται σε ΛΚ250 εκατοµµύρια σε τιµές 1995, ενώ από το 1974 µέχρι το 2000 οι ιδιοκτήτες γης στα κατεχόµενα έχουν υποστεί συνολικά απώλειες πρόσβασης ύψους σχεδόν ΛΚ3679 εκατοµµυρίων σε τιµές 1995.

Πίνακας Π3: Ετήσιες και συσσωρευμένες ιδιωτικές απώλειες πρόσβασης (ΛΚ εκατομμύρια σε τιμές 1995)

Έτος Ετήσια απώλεια Συσσωρευμένη απώλεια
1975 32 32
1980 68 269
1985 118 751
1990 167 1512
1995< 208 2467
2000< 250 3679

Εκτός από τους ιδιώτες οριστικές απώλειες λόγω της εισβολής και απώλειες πρόσβασης λόγω της κατοχής έχουν υποστεί και το κράτος καθώς και η Εκκλησία της Κύπρου. Στις απώλειες αυτές περιλαµβάνονται κτίρια και εξοπλισµός, µεταφορικά µέσα και αποθεµατικά, µνηµεία, δρόµοι, λιµάνια, αεροδρόµια, δάση κλπ. Οι απώλειες πρόσβασης στην κατεχόµενη κρατική και εκκλησιαστική γη έχουν κόστος ανάλογο του ιδιωτικού κόστους. Όµως, σε αντίθεση µε τις ιδιωτικές οι πλείστες κρατικές και εκκλησιαστικές απώλειες δεν είναι δυνατόν να εκτιµηθούν, διότι αφορούν φυσικούς πόρους και περιβαλλοντικά αγαθά που δεν είναι αντικείµενο αγοραπωλησίας και δεν έχουν τιµή που να εκφράζει τη χρηµατική τους αξία. Το ίδιο βέβαια ισχύει και για τις ανθρώπινες απώλειες που προκάλεσε η εισβολή.

Επίσης, πρέπει να σηµειωθεί ότι οριστικές απώλειες και απώλειες πρόσβασης λόγω της Τουρκικής εισβολής έχουν υποστεί και οι Τουρκοκύπριοι, που αναγκάστηκαν να εγκαταλείψουν τις περιουσίες τους στις ελεύθερες περιοχές. Το ετήσιο κόστος υπολογίζεται ότι ανέρχεται σε ΛΚ70 εκατοµµύρια, ενώ για ολόκληρη την περίοδο 1974-99 ξεπερνά το ΛΚ1 δισεκατοµµύριο (σε τιµές 1995).

ΣΥΝΟΛΙΚΟ ΚΟΣΤΟΣ ΚΑΙ ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΗ ΒΟΗΘΕΙΑ ΠΡΟΣ ΤΟΥΣ ΠΡΟΣΦΥΓΕΣ

Σύµφωνα µε την εκτιµήση που βασίζεται στο κατά κεφαλήν ΑΕΠ το συσσωρευµένο κόστος της εισβολής το 2000 είναι ΛΚ3.0 δισεκατοµµύρια σε τιµές 1995, ενώ σύµφωνα µε τη µέθοδο της απογραφής αυτό υπολογίζεται ότι είναι πέραν των ΛΚ6,8 δισεκατοµµυρίων σε τιµές 1995.6 Όπως αναφέρεται προηγουµένως, αυτή η διαφορά οφείλεται στο ότι η εκτίµηση που βασίζεται στο κατά κεφαλήν ΑΕΠ δεν περιλαµβάνει το κόστος της εισβολής που έχει αναπληρωθεί µε τις πρόσθετες προσπάθειες του Ελληνοκυπριακού λαού και µε άλλους τρόπους, για παράδειγµα την ξένη βοήθεια και την αξιοποίηση των εγκαταλειµµένων Τουρκοκυπριακών περιουσίων.

Για να καταλήξει κανείς σε προτάσεις ισότιµης κατανοµής του κόστους της Τουρκικής εισβολής και κατοχής, οι απώλειες που είχαν οι πρόσφυγες πρέπει να συγκριθούν µε την οικονοµική βοήθεια που αυτοί αποκόµισαν µέσω του Ταµείου Ανακουφίσεως Εκτοπισθέντων και Παθόντων (ΤΑΕΠ) και άλλων κρατικών µέτρων. Αυτή η σύγκριση γίνεται στον Πίνακα Π4, όπου φαίνεται καθαρά ότι σε όλη τη διάρκεια της περιόδου 1974-99 η οικονοµική βοήθεια προς τους εκτοπισµένους και παθόντες από την εισβολή είναι µικρότερη από το κόστος που αυτοί επωµίζονται σε οριστικές απώλειες και απώλειες πρόσβασης.

Πίνακας Π4: Σύγκριση οικονομικής βοήθειας και κόστους (ΛΚ εκατομμύρια σε τιμές 1995)

Χρονική περίοδος Κόστος Οικον. Βοήθεια* Διαφορά
1974-1980 3436 513 2923
1981-1990 1243 886 357
1991-2000 2168 1437 731
1974-2000 6847 2836 4011

*Περιλαμβάνει την αξία πρόσβασης σε Τουρκοκυπριακές περιουσίες.

Όπως φαίνεται στον Πίνακα Π4, το συσσωρευµένο ‘καθαρό’ κόστος της εισβολής για τους εκτοπισµένους και παθόντες από την Τουρκική εισβολή και κατοχή στις αρχές 2000 ανέρχεται στα ΛΚ4 δισεκατοµµύρια σε τιµές 1995. Πρόκειται για ένα πολύ µεγάλο ποσό που είναι αδύνατον να καλυφθεί από τις τρέχουσες κρατικές δαπάνες σε εύλογα χρονικά πλαίσια. Βέβαια, αυτό δεν σηµαίνει ότι το συσσωρευµένο κόστος της εισβολής πρέπει να αγνοηθεί, αλλά να εξεταστεί στο στάδιο της τελικής λύσης του Κυπριακού που θα συζητείται η πλήρης αποκατάσταση όλων των απωλειών που προκλήθηκαν από την Τουρκική εισβολή και κατοχή.

ΠΡΟΤΑΣΕΙΣ ΓΙΑ ΙΣΟΤΙΜΗ ΚΑΤΑΝΟΜΗ ΒΑΡΩΝ

Για να ανακοπεί η περαιτέρω συσσώρευση απωλειών και επιδείνωση της άνισης κατανοµής των οικονοµικών βαρών της εισβολής πρέπει η ετήσια οικονοµική βοήθεια προς τους εκτοπισµένους και παθόντες από την Τουρκική εισβολή να αυξηθεί σε ΛΚ250 εκατοµµύρια σε τιµές 1995. Το ποσό αυτό, που πρέπει να αυξάνεται µε τον πληθωρισµό και την αύξηση της αξίας της γης, αντανακλά το πραγµατικό ετήσιο κόστος που προκαλείται λόγω της στέρησης πρόσβασης στις κατεχόµενες και απροσπέλαστες περιουσίες.

Όµως, για να συνάδει µε την αναπτυξιακή πορεία και Ευρωπαϊκό προσανατολισµό της Κυπριακής οικονοµίας, η αύξηση των κρατικών εσόδων που είναι αναγκαία για την προώθηση ισότιµης κατανοµής των οικονοµικών βαρών της κατοχής πρέπει να συνδυαστεί µε την εναρµόνιση του φορολογικού συστήµατος µε αυτό της ΕΕ. Στην παρούσα µελέτη προτείνεται αύξηση των συντελεστών φορολογίας στην κατανάλωση και µείωση των άµεσων φόρων στα µεσαία επίπεδα εισοδήµατος. Η προτεινόµενη φορολογική µεταρρύθµιση υπολογίζεται ότι θα οδηγήσει σε αύξηση των κρατικών εσόδων κατά ΛΚ100 εκατοµµύρια σε τιµές 1995.7 Το ποσό αυτό συν τα ΛΚ80 του προϋπολογισµού του ΤΑΕΠ και άλλα τόσα περίπου από την αξιοποίηση της εγκαταλειµµένης Τουρκοκυπριακής περιουσίας, είναι αρκετό για κάλυψη των ετήσιων απωλειών (ΛΚ250 εκατοµµύρια σε τιµές 1995) των ιδιοκτητών κατεχόµενων περιουσιών.

Το ισχύον καθεστώς παροχής οικονοµικής βοήθειας προς τους εκτοπισµένους και παθόντες από την κατοχή βασίζεται στο ΤΑΕΠ και το Σχέδιο Φερεγγυότητας, που εφαρµόζεται από τον Κεντρικό Φορέα Ισότιµης Κατανοµής Βαρών. Το Σχέδιο Φερεγγυότητας παρέχει σηµαντική οικονοµική βοήθεια τους ιδιοκτήτες κατεχόµενων περιουσιών και εξυπηρετεί σε µεγάλο βαθµό το στόχο της επίτευξης ισότιµης κατανοµής των οικονοµικών βαρών που προκύπτουν από τη συνεχιζόµενη Τουρκική κατοχή. Όµως, µε το ισχύον καθεστώς δεν ωφελούνται όλοι οι δικαιούχοι σύµφωνα µε την αξία της κατεχόµενης περιουσίας τους, λόγω των περιορισµών που υπάρχουν για την έγκριση δανείου.

Τα εναλλακτικά µέτρα που προτείνονται στην παρούσα µελέτη στηρίζονται στην αρχή ότι η οικονοµική βοήθεια πρέπει να παρέχεται σε όλους τους εκτοπισµένους και παθόντες από την εισβολή σύµφωνα µε την αξία των κατεχόµενων περιουσιών, όπως αυτή εκτιµάται ότι θα ήταν αν δεν συνέβαινε η εισβολή. Τα µέτρα αυτά είναι:

(α) η µετεξέλιξη του Σχεδίου Φερεγγυότητας σε χρηµατοπιστωτικό οργανισµό που να λειτουργεί ως Συνεργατική Τράπεζα για τους Εκτοπισµένους και Παθόντες (ΣΤΕΠ) από την εισβολή, ή

(β) η παραχώρηση κρατικών Χρεογράφων Απροσπέλαστης/Κατεχόµενης Ακίνητης Περιουσίας (ΧΑΚΑΠ) προς τους εκτοπισµένους και παθόντες από την εισβολή.

Η ΣΤΕΠ θα εξασφαλίζει εισόδηµα στους δικαιούχους ίσο περίπου µε το 1,5% της τρέχουσας αξίας της κατεχόµενης ή απροσπέλαστης περιουσίας τους. Για σκοπούς δανειοδότησης η ΣΤΕΠ θα αναγνωρίζει τους τίτλους κατεχόµενης ή απροσπέλαστης περιουσίας, όπως ακριβώς οι εµπορικές τράπεζες αναγνωρίζουν τους τίτλους περιουσίας στις ελεύθερες περιοχές. Οι τίτλοι δεν θα είναι διαπραγµατεύσιµοι, αλλά θα είναι µεταβιβάσιµοι µε κληρονοµιά ή δωρεά σε εξ αίµατος ή εξ υιοθεσίας κατ’ ευθείαν γραµµή απογόνους του προ της εισβολής ιδιοκτήτη. Οι δαπάνες της ΣΤΕΠ θα είναι ίσες µε τις απώλειες πρόσβασης στις κατεχόµενες Ελληνοκυπριακές περιουσίες (δηλαδή ΛΚ250 εκατοµµύρια περίπου σε τιµές 1995) και θα καλύπτονται κυρίως από κρατική χορηγία, την εκµετάλλευση εγκαταλειµµένης Τουρκοκυπριακής περιουσίας και από τραπεζιτικές δραστηριότητες, που λόγω της φύσης της θα είναι υποχρεωµένη να αναπτύξει η ΣΤΕΠ.

Στην εναλλακτική περίπτωση που αντί της ΣΤΕΠ θα δοθούν ΧΑΚΑΠ στους ιδιοκτήτες απροσπέλαστης ή κατεχόµενης περιουσίας, η αξία τους θα αντανακλά την αξία της περιουσίας αυτής στο χρόνο έκδοσής των χρεογράφων. Τα ΧΑΚΑΠ θα έχουν απόδοση (σε µορφή µερίσµατος) όπως και οι µετοχές της ΣΤΕΠ. Επίσης θα έχουν κεφαλαιουχικό κέρδος ίσο µε την αύξηση της αξίας της γης στις ελεύθερες περιοχές, που θα ενσωµατώνεται στην αξία του χρεογράφου. Τα ΧΑΚΑΠ θα είναι µεταβιβάσιµα µόνο µε κληρονοµιά ή δωρεά σε εξ αίµατος ή εξ υιοθεσίας κατ’ ευθείαν γραµµή απογόνους. Όπως και στην περίπτωση της ΣΤΕΠ, οι δαπάνες των ΧΑΚΑΠ θα είναι ίσες µε τις απώλειες πρόσβασης στις κατεχόµενες περιουσίες (δηλαδή ΛΚ250 εκατοµµύρια σε τιµές 1995).

Η εφαρµογή ενός από τα δύο εναλλακτικά µέτρα που προτείνονται πιο πάνω θα αντικαθιστούσε το ΤΑΕΠ, το Σχέδιο Φερεγγυότητας και όλα τα άλλα οφέλη που παρέχονται προς τους εκτοπισµένους και παθόντες από την Τουρκική εισβολή.

Τα προτεινόµενα µέτρα λαµβάνουν υπόψη:
• τη διατήρηση του δικαιώµατος επιστροφής της κατεχόµενης γης στους νόµιµους ιδιοκτήτες της,
• το όφελος από την εκµετάλλευση εγκαταλειµµένης Τουρκοκυπριακής περιουσίας στις ελεύθερες περιοχές,
• τη βοήθεια σε επιχειρηµατίες στα πλαίσια της επαναδραστηριοποίησης της οικονοµίας µετά την εισβολή, και
• τον Ευρωπαϊκό προσανατολισµό και τις γενικότερες επιπτώσεις στην Κυπριακή οικονοµία.

Ισότιµη κατανοµή οικονοµικών βαρών και κοινωνική δικαιοσύνη

Οι εισηγήσεις για ισότιµη κατανοµή βαρών που περιέχονται στην παρούσα µελέτη ικανοποιούν το κριτήριο της οικονοµικής δικαιοσύνης, χωρίς να γίνεται αναφορά στο κριτήριο κοινωνικής δικαιοσύνης.

Αυτό δεν σηµαίνει ότι πρέπει να αγνοηθεί η κοινωνική πτυχή του προβλήµατος της ισότιµης κατανοµής των οικονοµικών βαρών που προέκυψαν από την Τουρκική εισβολή και κατοχή. Απλά τα ζητήµατα κοινωνικής δικαιοσύνης είναι πέραν του ορίζοντα της παρούσας µελέτης, διότι δεν είναι δυνατόν να αναλυθούν µόνο µε επιστηµονικά κριτήρια. Για παράδειγµα, ένας τρόπος επίτευξης κοινωνικής δικαιοσύνης είναι να επιβληθεί ειδική φορολογία στα οφέλη που θα προκύψουν από τα µέτρα αυτά µε υψηλούς συντελεστές για τους εύπορους δικαιούχους. Όµως, πώς ακριβώς πρέπει να διαφοροποιηθούν τα οφέλη (µε τη φορολογία ή µε άλλο τρόπο) ανάλογα µε την οικονοµική κατάσταση του δικαιούχου είναι ερώτηµα που εκτός από επιστηµονικά χρειάζεται πολιτικά και ιδεολογικά κριτήρια για να αναλυθεί.

Εποµένως, οποιαδήποτε µέτρα ληφθούν για την ισότιµη κατανοµή των οικονοµικών βαρών που προέκυψαν από την Τουρκική εισβολή θα είναι µια πολιτική απόφαση και είναι αναµενόµενο ότι θα λαµβάνουν υπόψη ζητήµατα κοινωνικής δικαιοσύνης. Όµως, σε ποιο βαθµό θα συµβεί αυτό θα εξαρτηθεί από τις κοινωνικές ευαισθησίες αυτών που θα πάρουν τις πολιτικές αποφάσεις.